σύρω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of σύρω

Active: Present

Indicative

σύρω
σύρ-εις
σύρ-ει
σύρ-ομεν
σύρ-ετε
σύρ-ουσιν

Conjunctive

σύρ-ω
σύρ-ης
σύρ-η
σύρ-ωμεν
σύρ-ητε
σύρ-ωσι; σύρ-ωσιν

Optative

σύρ-οιμι
σύρ-οις
σύρ-οι
σύρ-οιμεν
σύρ-οιτε
σύρ-οιεν

Imperative

σύρ-ε
συρ-έτω
σύρ-ετε
συρ-όντων


Active: Present

Infinitive

σύρ-ειν

Participle

σύρ-ων
σύρ-ουσα
σύρ-ον


Active: Indicative Past

έ-συρ-ον
έ-συρ-ες
έ-συρ-ε
ε-σύρ-ομεν
ε-σύρ-ετε
έ-συρ-ον


Active: Future

Indicative

συρ-ώ
συρ-είς
συρ-εί
συρ-ούμεν
συρ-είτε
συρ-ούσι; συρ-ούσιν

Optative

συρ-οίην
συρ-οίης
συρ-οίη
συρ-οίμεν
συρ-οίτε
συρ-οίεν


Active: Future

Infinitive

συρ-είν

Participle

συρ-ών
συρ-ούσα
συρ-ούν


Active: Aorist

Past

έ-συρ-α
έ-συρ-ας
έ-συρ-ε; έ-συρ-εν
ε-σύρ-αμεν
ε-σύρ-ατε
έ-συρ-αν

Conjunctive

σύρ-ω
σύρ-ης
σύρ-η
σύρ-ωμεν
σύρ-ητε
σύρ-ωσι; σύρ-ωσιν

Optative

σύρ-αιμι
σύρ-αις
σύρ-αι
σύρ-αιμεν
σύρ-αιτε
σύρ-αιεν

Imperative

σύρ-ον
συρ-άτω
σύρ-ατε
συρ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

σύρ-αι

Participle

σύρ-ας
σύρ-ασα
σύρ-αν


Active: Perfect

Indicative

σέ-συρ-κα
σέ-συρ-κας
σέ-συρ-κε; σέ-συρ-κεν
σε-σύρ-καμεν
σε-σύρ-κατε
σε-σύρ-κασι; σε-σύρ-κασιν

Conjunctive

σε-σύρ-κω
σε-σύρ-κης
σε-σύρ-κη
σε-σύρ-κωμεν
σε-σύρ-κητε
σε-σύρ-κωσι; σε-σύρ-κωσιν

Optative

σε-σύρ-κοιμι
σε-σύρ-κοις
σε-σύρ-κοι
σε-σύρ-κοιμεν
σε-σύρ-κοιτε
σε-σύρ-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

σε-συρ-κέναι

Participle

σε-συρ-κώς
σε-συρ-κυία
σε-συρ-κός


Active: Indicative Pluperfect

ε-σεσύρ-κειν
ε-σεσύρ-κεις
ε-σεσύρ-κει
ε-σεσύρ-κειμεν
ε-σεσύρ-κειτε
ε-σεσύρ-κεισαν


Medium: Present

Indicative

σύρομαι
σύρ-ει
σύρ-εται
συρ-όμεθα
σύρ-εσθε
σύρ-ονται

Conjunctive

σύρ-ωμαι
σύρ-η
σύρ-ηται
συρ-ώμεθα
σύρ-ησθε
σύρ-ωνται

Optative

συρ-οίμην
σύρ-οιο
σύρ-οιτο
συρ-οίμεθα
σύρ-οισθε
σύρ-οιντο

Imperative

σύρ-ου
συρ-έσθω
σύρ-εσθε
συρ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

σύρ-εσθαι

Participle

συρ-όμενος
συρ-ομένη
συρ-όμενον


Medium: Indicative Past

ε-συρ-όμην
ε-σύρ-ου
ε-σύρ-ετο
ε-συρ-όμεθα
ε-σύρ-εσθε
ε-σύρ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

συρ-οίμην
συρ-οίο
συρ-οίτο
συρ-οίμεθα
συρ-οίσθε
συρ-οίντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

συρ-ούμενος
συρ-ουμένη
συρ-ούμενον


Medium: Aorist

Indicative

ε-συρ-άμην
ε-σύρ-ω
ε-σύρ-ατο
ε-συρ-άμεθα
ε-σύρ-ασθε
ε-σύρ-αντο

Conjunctive

σύρ-ωμαι
σύρ-η
σύρ-ηται
συρ-ώμεθα
σύρ-ησθε
σύρ-ωνται

Optative

συρ-αίμην
σύρ-αιο
σύρ-αιτο
συρ-αίμεθα
σύρ-αισθε
σύρ-αιντο

Imperative

σύρ-αι
συρ-άσθω
σύρ-ασθε
συρ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

σύρ-ασθαι

Participle

συρ-άμενος
συρ-αμένη
συρ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

σέ-σύρ-μαι
σέ-σύρ-σαι
σέ-σύρ-ται
σε-σύρ-μεθα
σέ-σύρ-θε
σε-σύρ-μένοι εισί; σε-σύρ-μένοι εισίν

Conjunctive

σε-συρ-μένος ώ
σε-συρ-μένη ής
σε-συρ-μένον ή
σε-συρ-μένοι ώμεν
σε-συρ-μέναι ήτε
σε-συρ-μένα ώσι; σε-συρ-μένα ώσιν

Optative

σε-συρ-μένος είην
σε-συρ-μένη είης
σε-συρ-μένον είη
σε-συρ-μένοι είμεν
σε-συρ-μέναι είτε
σε-συρ-μένα είεν

Imperative

σέ-συρ-σο
σε-σύρ-θω
σέ-συρ-θε
σε-σύρ-θων


Medium: Perfect

Infinitive

σε-σύρ-θαι

Participle

σε-συρ-μένος
σε-συρ-μένη
σε-συρ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ε-σε-σύρ-μην
ε-σέ-συρ-σο
ε-σέ-συρ-το
ε-σε-σύρ-μεθα
ε-σέ-συρ-θε
σε-συρ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

σύρομαι
σύρ-ει
σύρ-εται
συρ-όμεθα
σύρ-εσθε
σύρ-ονται

Conjunctive

σύρ-ωμαι
σύρ-η
σύρ-ηται
συρ-ώμεθα
σύρ-ησθε
σύρ-ωνται

Optative

συρ-οίμην
σύρ-οιο
σύρ-οιτο
συρ-οίμεθα
σύρ-οισθε
σύρ-οιντο

Imperative

σύρ-ου
συρ-έσθω
σύρ-εσθε
συρ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

σύρ-εσθαι

Participle

συρ-όμενος
συρ-ομένη
συρ-όμενον


Passive: Indicative Past

ε-συρ-όμην
ε-σύρ-ου
ε-σύρ-ετο
ε-συρ-όμεθα
ε-σύρ-εσθε
ε-σύρ-οντο


Passive: Future

Indicative

Optative


Passive: Future

Infinitive

Participle


Passive: Aorist

Indicative

ε-σύρ-ην
ε-σύρ-ης
ε-σύρ-η
ε-σύρ-ημεν
ε-σύρ-ητε
ε-σύρ-ησαν

Conjunctive

συρ-ώ
συρ-ής
συρ-ή
συρ-ώμεν
συρ-ήτε
συρ-ώσι; συρ-ώσιν

Optative

συρ-είην
συρ-είης
συρ-είη
συρ-είμεν
συρ-είτε
συρ-είεν

Imperative

σύρ-ηθι
συρ-ήτω
σύρ-ητε
συρ-έντων


Passive: Aorist

Infinitive

συρ-ήναι

Participle

συρ-είς
συρ-είσα
συρ-έν


Passive: Perfect

Infinitive

σε-σύρ-θαι

Participle

σε-συρ-μένος
σε-συρ-μένη
σε-συρ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ε-σε-σύρ-μην
ε-σέ-συρ-σο
ε-σέ-συρ-το
ε-σε-σύρ-μεθα
ε-σέ-συρ-θε
σε-συρ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like σύρω

σύρω,