σχίζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of σχίζω

Active: Present

Indicative

σχίζω
σχίζ-εις
σχίζ-ει
σχίζ-ομεν
σχίζ-ετε
σχίζ-ουσιν

Conjunctive

σχίζ-ω
σχίζ-ης
σχίζ-η
σχίζ-ωμεν
σχίζ-ητε
σχίζ-ωσι; σχίζ-ωσιν

Optative

σχίζ-οιμι
σχίζ-οις
σχίζ-οι
σχίζ-οιμεν
σχίζ-οιτε
σχίζ-οιεν

Imperative

σχίζ-ε
σχιζ-έτω
σχίζ-ετε
σχιζ-όντων


Active: Present

Infinitive

σχίζ-ειν

Participle

σχίζ-ων
σχίζ-ουσα
σχίζ-ον


Active: Indicative Past

έ-σχιζ-ον
έ-σχιζ-ες
έ-σχιζ-ε
ε-σχίζ-ομεν
ε-σχίζ-ετε
έ-σχιζ-ον


Active: Future

Indicative

σχί-σω
σχί-σεις
σχί-σει
σχί-σομεν
σχί-σετε
σχί-σουσι; σχί-σουσιν

Optative

σχί-σοιμι
σχί-σοις
σχί-σοι
σχί-σοιμεν
σχί-σοιτε
σχί-σοιεν


Active: Future

Infinitive

σχί-σειν

Participle

σχί-σων
σχί-σουσα
σχί-σον


Active: Aorist

Past

έ-σχισ-α
έ-σχισ-ας
έ-σχισ-ε; έ-σχισ-εν
ε-σχίσ-αμεν
ε-σχίσ-ατε
έ-σχισ-αν

Conjunctive

σχίσ-ω
σχίσ-ης
σχίσ-η
σχίσ-ωμεν
σχίσ-ητε
σχίσ-ωσι; σχίσ-ωσιν

Optative

σχίσ-αιμι
σχίσ-αις
σχίσ-αι
σχίσ-αιμεν
σχίσ-αιτε
σχίσ-αιεν

Imperative

σχίσ-ον
σχισ-άτω
σχίσ-ατε
σχισ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

σχίσ-αι

Participle

σχίσ-ας
σχίσ-ασα
σχίσ-αν


Active: Perfect

Indicative

Conjunctive

Optative


Active: Perfect

Infinitive

Participle


Active: Indicative Pluperfect


Medium: Present

Indicative

σχίζομαι
σχίζ-ει
σχίζ-εται
σχιζ-όμεθα
σχίζ-εσθε
σχίζ-ονται

Conjunctive

σχίζ-ωμαι
σχίζ-η
σχίζ-ηται
σχιζ-ώμεθα
σχίζ-ησθε
σχίζ-ωνται

Optative

σχιζ-οίμην
σχίζ-οιο
σχίζ-οιτο
σχιζ-οίμεθα
σχίζ-οισθε
σχίζ-οιντο

Imperative

σχίζ-ου
σχιζ-έσθω
σχίζ-εσθε
σχιζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

σχίζ-εσθαι

Participle

σχιζ-όμενος
σχιζ-ομένη
σχιζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ε-σχιζ-όμην
ε-σχίζ-ου
ε-σχίζ-ετο
ε-σχιζ-όμεθα
ε-σχίζ-εσθε
ε-σχίζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

σχι-σοίμην
σχί-σοιο
σχί-σοιτο
σχι-σοίμεθα
σχί-σοισθε
σχί-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

σχι-σόμενος
σχι-σομένη
σχι-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ε-σχι-σάμην
ε-σχί-σω
ε-σχί-σατο
ε-σχι-σάμεθα
ε-σχί-σασθε
ε-σχί-σαντο

Conjunctive

σχίσ-ωμαι
σχίσ-η
σχίσ-ηται
σχισ-ώμεθα
σχίσ-ησθε
σχίσ-ωνται

Optative

σχισ-αίμην
σχίσ-αιο
σχίσ-αιτο
σχισ-αίμεθα
σχίσ-αισθε
σχίσ-αιντο

Imperative

σχίσ-αι
σχισ-άσθω
σχίσ-ασθε
σχισ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

σχίσ-ασθαι

Participle

σχισ-άμενος
σχισ-αμένη
σχισ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

έ-σχισ-μαι
έ-σχι-σαι
έ-σχισ-ται
ε-σχίσ-μεθα
έ-σχι-σθε
ε-σχισ-μένοι εισί; ε-σχισ-μένοι εισίν

Conjunctive

ε-σχισ-μένος ώ
ε-σχισ-μένη ής
ε-σχισ-μένον ή
ε-σχισ-μένοι ώμεν
ε-σχισ-μέναι ήτε
ε-σχισ-μένα ώσι; ε-σχισ-μένα ώσιν

Optative

ε-σχισ-μένος είην
ε-σχισ-μένη είης
ε-σχισ-μένον είη
ε-σχισ-μένοι είμεν
ε-σχισ-μέναι είτε
ε-σχισ-μένα είεν

Imperative

έ-σχι-σο
ε-σχί-σθω
έ-σχι-σθε
ε-σχί-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ε-σχί-σθαι

Participle

ε-σχισ-μένος
ε-σχισ-μένη
ε-σχισ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ε-σχίσ-μην
έ-σχι-σο
έ-σχι-το
ε-σχίσ-μεθα
έ-σχι-σθε
ε-σχισ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

σχίζομαι
σχίζ-ει
σχίζ-εται
σχιζ-όμεθα
σχίζ-εσθε
σχίζ-ονται

Conjunctive

σχίζ-ωμαι
σχίζ-η
σχίζ-ηται
σχιζ-ώμεθα
σχίζ-ησθε
σχίζ-ωνται

Optative

σχιζ-οίμην
σχίζ-οιο
σχίζ-οιτο
σχιζ-οίμεθα
σχίζ-οισθε
σχίζ-οιντο

Imperative

σχίζ-ου
σχιζ-έσθω
σχίζ-εσθε
σχιζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

σχίζ-εσθαι

Participle

σχιζ-όμενος
σχιζ-ομένη
σχιζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ε-σχιζ-όμην
ε-σχίζ-ου
ε-σχίζ-ετο
ε-σχιζ-όμεθα
ε-σχίζ-εσθε
ε-σχίζ-οντο


Passive: Future

Indicative

σχισ-θήσομαι
σχισ-θήση
σχισ-θήσεται
σχισ-θησόμεθα
σχισ-θήσεσθε
σχισ-θήσονται

Optative

σχισ-θησοίμην
σχισ-θήσοιο
σχισ-θήσοιτο
σχισ-θησοίμεθα
σχισ-θήσοισθε
σχισ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

σχισ-θήσεσθαι

Participle

σχισ-θησόμενος
σχισ-θησομένη
σχισ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

ε-σχίσ-θην
ε-σχίσ-θης
ε-σχίσ-θη
ε-σχίσ-θημεν
ε-σχίσ-θητε
ε-σχίσ-θησαν

Conjunctive

σχισ-θώ
σχισ-θής
σχισ-θή
σχισ-θώμεν
σχισ-θήτε
σχισ-θώσι; σχισ-θώσιν

Optative

σχισ-θείην
σχισ-θείης
σχισ-θείη
σχισ-θείμεν
σχισ-θείτε
σχισ-θείεν

Imperative

σχίσ-θητι
σχισ-θήτω
σχίσ-θητε
σχισ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

σχισ-θήναι

Participle

σχισ-θείς
σχισ-θείσα
σχισ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ε-σχί-σθαι

Participle

ε-σχισ-μένος
ε-σχισ-μένη
ε-σχισ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ε-σχίσ-μην
έ-σχι-σο
έ-σχι-το
ε-σχίσ-μεθα
έ-σχι-σθε
ε-σχισ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like σχίζω

σχίζω,