ορίζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of ορίζω

Active: Present

Indicative

ορίζω
ορίζ-εις
ορίζ-ει
ορίζ-ομεν
ορίζ-ετε
ορίζ-ουσιν

Conjunctive

ορίζ-ω
ορίζ-ης
ορίζ-η
ορίζ-ωμεν
ορίζ-ητε
ορίζ-ωσι; ορίζ-ωσιν

Optative

ορίζ-οιμι
ορίζ-οις
ορίζ-οι
ορίζ-οιμεν
ορίζ-οιτε
ορίζ-οιεν

Imperative

όριζ-ε
οριζ-έτω
ορίζ-ετε
οριζ-όντων


Active: Present

Infinitive

ορίζ-ειν

Participle

ορίζ-ων
ορίζ-ουσα
ορίζ-ον


Active: Indicative Past

ώ-ριζ-ον
ώ-ριζ-ες
ώ-ριζ-ε
ω-ρίζ-ομεν
ω-ρίζ-ετε
ώ-ριζ-ον


Active: Future

Indicative

ορί-σω
ορί-σεις
ορί-σει
ορί-σομεν
ορί-σετε
ορί-σουσι; ορί-σουσιν

Optative

ορί-σοιμι
ορί-σοις
ορί-σοι
ορί-σοιμεν
ορί-σοιτε
ορί-σοιεν


Active: Future

Infinitive

ορί-σειν

Participle

ορί-σων
ορί-σουσα
ορί-σον


Active: Aorist

Past

ώ-ρισ-α
ώ-ρισ-ας
ώ-ρισ-ε; ώ-ρισ-εν
ω-ρίσ-αμεν
ω-ρίσ-ατε
ώ-ρισ-αν

Conjunctive

ο-ρίσ-ω
ο-ρίσ-ης
ο-ρίσ-η
ο-ρίσ-ωμεν
ο-ρίσ-ητε
ο-ρίσ-ωσι; ο-ρίσ-ωσιν

Optative

ο-ρίσ-αιμι
ο-ρίσ-αις
ο-ρίσ-αι
ο-ρίσ-αιμεν
ο-ρίσ-αιτε
ο-ρίσ-αιεν

Imperative

ό-ρισ-ον
ο-ρισ-άτω
ο-ρίσ-ατε
ο-ρισ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

ό-ρισ-αι

Participle

ο-ρίσ-ας
ο-ρίσ-ασα
ο-ρίσ-αν


Active: Perfect

Indicative

ώ-ρι-κα
ώ-ρι-κας
ώ-ρι-κε; ώ-ρι-κεν
ω-ρί-καμεν
ω-ρί-κατε
ω-ρί-κασι; ω-ρί-κασιν

Conjunctive

ω-ρί-κω
ω-ρί-κης
ω-ρί-κη
ω-ρί-κωμεν
ω-ρί-κητε
ω-ρί-κωσι; ω-ρί-κωσιν

Optative

ω-ρί-κοιμι
ω-ρί-κοις
ω-ρί-κοι
ω-ρί-κοιμεν
ω-ρί-κοιτε
ω-ρί-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

ω-ρι-κέναι

Participle

ω-ρι-κώς
ω-ρι-κυία
ω-ρι-κός


Active: Indicative Pluperfect

ω-ρί-κειν
ω-ρί-κεις
ω-ρί-κει
ω-ρί-κειμεν
ω-ρί-κειτε
ω-ρί-κεισαν


Medium: Present

Indicative

ορίζομαι
ορίζ-ει
ορίζ-εται
οριζ-όμεθα
ορίζ-εσθε
ορίζ-ονται

Conjunctive

ορίζ-ωμαι
ορίζ-η
ορίζ-ηται
οριζ-ώμεθα
ορίζ-ησθε
ορίζ-ωνται

Optative

οριζ-οίμην
ορίζ-οιο
ορίζ-οιτο
οριζ-οίμεθα
ορίζ-οισθε
ορίζ-οιντο

Imperative

ορίζ-ου
οριζ-έσθω
ορίζ-εσθε
οριζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

ορίζ-εσθαι

Participle

οριζ-όμενος
οριζ-ομένη
οριζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ω-ριζ-όμην
ω-ρίζ-ου
ω-ρίζ-ετο
ω-ριζ-όμεθα
ω-ρίζ-εσθε
ω-ρίζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

ορι-σοίμην
ορί-σοιο
ορί-σοιτο
ορι-σοίμεθα
ορί-σοισθε
ορί-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

ορι-σόμενος
ορι-σομένη
ορι-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ω-ρισ-άμην
ω-ρίσ-ω
ω-ρίσ-ατο
ω-ρισ-άμεθα
ω-ρίσ-ασθε
ω-ρίσ-αντο

Conjunctive

ο-ρίσ-ωμαι
ο-ρίσ-η
ο-ρίσ-ηται
ο-ρισ-ώμεθα
ο-ρίσ-ησθε
ο-ρίσ-ωνται

Optative

ο-ρισ-αίμην
ο-ρίσ-αιο
ο-ρίσ-αιτο
ο-ρισ-αίμεθα
ο-ρίσ-αισθε
ο-ρίσ-αιντο

Imperative

ό-ρισ-αι
ο-ρισ-άσθω
ο-ρίσ-ασθε
ο-ρισ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ο-ρίσ-ασθαι

Participle

ο-ρισ-άμενος
ο-ρισ-αμένη
ο-ρισ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

ώ-ρισ-μαι
ώ-ρι-σαι
ώ-ρισ-ται
ω-ρίσ-μεθα
ώ-ρι-σθε
ω-ρισ-μένοι εισί; ω-ρισ-μένοι εισίν

Conjunctive

ω-ρισ-μένος ώ
ω-ρισ-μένη ής
ω-ρισ-μένον ή
ω-ρισ-μένοι ώμεν
ω-ρισ-μέναι ήτε
ω-ρισ-μένα ώσι; ω-ρισ-μένα ώσιν

Optative

ω-ρισ-μένος είην
ω-ρισ-μένη είης
ω-ρισ-μένον είη
ω-ρισ-μένοι είμεν
ω-ρισ-μέναι είτε
ω-ρισ-μένα είεν

Imperative

ώ-ρι-σο
ω-ρί-σθω
ώ-ρι-σθε
ω-ρί-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ω-ρί-σθαι

Participle

ω-ρισ-μένος
ω-ρισ-μένη
ω-ρισ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ω-ρίσ-μην
ώ-ρι-σο
ώ-ρισ-το
ω-ρίσ-μεθα
ώ-ρισ-θε
ω-ρισ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

ορίζομαι
ορίζ-ει
ορίζ-εται
οριζ-όμεθα
ορίζ-εσθε
ορίζ-ονται

Conjunctive

ορίζ-ωμαι
ορίζ-η
ορίζ-ηται
οριζ-ώμεθα
ορίζ-ησθε
ορίζ-ωνται

Optative

οριζ-οίμην
ορίζ-οιο
ορίζ-οιτο
οριζ-οίμεθα
ορίζ-οισθε
ορίζ-οιντο

Imperative

ορίζ-ου
οριζ-έσθω
ορίζ-εσθε
οριζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

ορίζ-εσθαι

Participle

οριζ-όμενος
οριζ-ομένη
οριζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ω-ριζ-όμην
ω-ρίζ-ου
ω-ρίζ-ετο
ω-ριζ-όμεθα
ω-ρίζ-εσθε
ω-ρίζ-οντο


Passive: Future

Indicative

ορισ-θήσομαι
ορισ-θήση
ορισ-θήσεται
ορισ-θησόμεθα
ορισ-θήσεσθε
ορισ-θήσονται

Optative

ορισ-θησοίμην
ορισ-θήσοιο
ορισ-θήσοιτο
ορισ-θησοίμεθα
ορισ-θήσοισθε
ορισ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

ορισ-θήσεσθαι

Participle

ορισ-θησόμενος
ορισ-θησομένη
ορισ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

ω-ρίσ-θην
ω-ρίσ-θης
ω-ρίσ-θη
ω-ρίσ-θημεν
ω-ρίσ-θητε
ω-ρίσ-θησαν

Conjunctive

ορισ-θώ
ορισ-θής
ορισ-θή
ορισ-θώμεν
ορισ-θήτε
ορισ-θώσι; ορισ-θώσιν

Optative

ορισ-θείην
ορισ-θείης
ορισ-θείη
ορισ-θείμεν
ορισ-θείτε
ορισ-θείεν

Imperative

ορίσ-θητι
ορισ-θήτω
ορίσ-θητε
ορισ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

ορισ-θήναι

Participle

ορισ-θείς
ορισ-θείσα
ορισ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ω-ρί-σθαι

Participle

ω-ρισ-μένος
ω-ρισ-μένη
ω-ρισ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ω-ρίσ-μην
ώ-ρι-σο
ώ-ρισ-το
ω-ρίσ-μεθα
ώ-ρισ-θε
ω-ρισ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like ορίζω

ορίζω,