οπλίζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of οπλίζω

Active: Present

Indicative

οπλίζω
οπλίζ-εις
οπλίζ-ει
οπλίζ-ομεν
οπλίζ-ετε
οπλίζ-ουσιν

Conjunctive

οπλίζ-ω
οπλίζ-ης
οπλίζ-η
οπλίζ-ωμεν
οπλίζ-ητε
οπλίζ-ωσι; οπλίζ-ωσιν

Optative

οπλίζ-οιμι
οπλίζ-οις
οπλίζ-οι
οπλίζ-οιμεν
οπλίζ-οιτε
οπλίζ-οιεν

Imperative

όπλιζ-ε
οπλιζ-έτω
οπλίζ-ετε
οπλιζ-όντων


Active: Present

Infinitive

οπλίζ-ειν

Participle

οπλίζ-ων
οπλίζ-ουσα
οπλίζ-ον


Active: Indicative Past

ώ-πλιζ-ον
ώ-πλιζ-ες
ώ-πλιζ-ε
ω-πλίζ-ομεν
ω-πλίζ-ετε
ώ-πλιζ-ον


Active: Future

Indicative

οπλί-σω
οπλί-σεις
οπλί-σει
οπλί-σομεν
οπλί-σετε
οπλί-σουσι; οπλί-σουσιν

Optative

οπλί-σοιμι
οπλί-σοις
οπλί-σοι
οπλί-σοιμεν
οπλί-σοιτε
οπλί-σοιεν


Active: Future

Infinitive

οπλί-σειν

Participle

οπλί-σων
οπλί-σουσα
οπλί-σον


Active: Aorist

Past

ώ-πλισ-α
ώ-πλισ-ας
ώ-πλισ-ε; ώ-πλισ-εν
ω-πλίσ-αμεν
ω-πλίσ-ατε
ώ-πλισ-αν

Conjunctive

ο-πλίσ-ω
ο-πλίσ-ης
ο-πλίσ-η
ο-πλίσ-ωμεν
ο-πλίσ-ητε
ο-πλίσ-ωσι; ο-πλίσ-ωσιν

Optative

ο-πλίσ-αιμι
ο-πλίσ-αις
ο-πλίσ-αι
ο-πλίσ-αιμεν
ο-πλίσ-αιτε
ο-πλίσ-αιεν

Imperative

ό-πλισ-ον
ο-πλισ-άτω
ο-πλίσ-ατε
ο-πλισ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

ό-πλισ-αι

Participle

ο-πλίσ-ας
ο-πλίσ-ασα
ο-πλίσ-αν


Active: Perfect

Indicative

Conjunctive

Optative


Active: Perfect

Infinitive

Participle


Active: Indicative Pluperfect


Medium: Present

Indicative

οπλίζομαι
οπλίζ-ει
οπλίζ-εται
οπλιζ-όμεθα
οπλίζ-εσθε
οπλίζ-ονται

Conjunctive

οπλίζ-ωμαι
οπλίζ-η
οπλίζ-ηται
οπλιζ-ώμεθα
οπλίζ-ησθε
οπλίζ-ωνται

Optative

οπλιζ-οίμην
οπλίζ-οιο
οπλίζ-οιτο
οπλιζ-οίμεθα
οπλίζ-οισθε
οπλίζ-οιντο

Imperative

οπλίζ-ου
οπλιζ-έσθω
οπλίζ-εσθε
οπλιζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

οπλίζ-εσθαι

Participle

οπλιζ-όμενος
οπλιζ-ομένη
οπλιζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ω-πλιζ-όμην
ω-πλίζ-ου
ω-πλίζ-ετο
ω-πλιζ-όμεθα
ω-πλίζ-εσθε
ω-πλίζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

οπλι-σοίμην
οπλί-σοιο
οπλί-σοιτο
οπλι-σοίμεθα
οπλί-σοισθε
οπλί-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

οπλι-σόμενος
οπλι-σομένη
οπλι-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ω-πλι-σάμην
ω-πλί-σω
ω-πλί-σατο
ω-πλι-σάμεθα
ω-πλί-σασθε
ω-πλί-σαντο

Conjunctive

ο-πλίσ-ωμαι
ο-πλίσ-η
ο-πλίσ-ηται
ο-πλισ-ώμεθα
ο-πλίσ-ησθε
ο-πλίσ-ωνται

Optative

ο-πλισ-αίμην
ο-πλίσ-αιο
ο-πλίσ-αιτο
ο-πλισ-αίμεθα
ο-πλίσ-αισθε
ο-πλίσ-αιντο

Imperative

ό-πλισ-αι
ο-πλισ-άσθω
ο-πλίσ-ασθε
ο-πλισ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ο-πλίσ-ασθαι

Participle

ο-πλισ-άμενος
ο-πλισ-αμένη
ο-πλισ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

ώ-πλισ-μαι
ώ-πλι-σαι
ώ-πλισ-ται
ω-πλίσ-μεθα
ώ-πλι-σθε
ω-πλισ-μένοι εισί; ω-πλισ-μένοι εισίν

Conjunctive

ω-πλισ-μένος ώ
ω-πλισ-μένη ής
ω-πλισ-μένον ή
ω-πλισ-μένοι ώμεν
ω-πλισ-μέναι ήτε
ω-πλισ-μένα ώσι; ω-πλισ-μένα ώσιν

Optative

ω-πλισ-μένος είην
ω-πλισ-μένη είης
ω-πλισ-μένον είη
ω-πλισ-μένοι είμεν
ω-πλισ-μέναι είτε
ω-πλισ-μένα είεν

Imperative

ώ-πλι-σο
ω-πλί-σθω
ώ-πλι-σθε
ω-πλί-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ω-πλί-σθαι

Participle

ω-πλισ-μένος
ω-πλισ-μένη
ω-πλισ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ω-πλίσ-μην
ώ-πλι-σο
ώ-πλισ-το
ω-πλίσ-μεθα
ώ-πλισ-θε
ω-πλισ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

οπλίζομαι
οπλίζ-ει
οπλίζ-εται
οπλιζ-όμεθα
οπλίζ-εσθε
οπλίζ-ονται

Conjunctive

οπλίζ-ωμαι
οπλίζ-η
οπλίζ-ηται
οπλιζ-ώμεθα
οπλίζ-ησθε
οπλίζ-ωνται

Optative

οπλιζ-οίμην
οπλίζ-οιο
οπλίζ-οιτο
οπλιζ-οίμεθα
οπλίζ-οισθε
οπλίζ-οιντο

Imperative

οπλίζ-ου
οπλιζ-έσθω
οπλίζ-εσθε
οπλιζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

οπλίζ-εσθαι

Participle

οπλιζ-όμενος
οπλιζ-ομένη
οπλιζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ω-πλιζ-όμην
ω-πλίζ-ου
ω-πλίζ-ετο
ω-πλιζ-όμεθα
ω-πλίζ-εσθε
ω-πλίζ-οντο


Passive: Future

Indicative

Optative


Passive: Future

Infinitive

Participle


Passive: Aorist

Indicative

ω-πλίσ-θην
ω-πλίσ-θης
ω-πλίσ-θη
ω-πλίσ-θημεν
ω-πλίσ-θητε
ω-πλίσ-θησαν

Conjunctive

ο-πλισ-θώ
ο-πλισ-θής
ο-πλισ-θή
ο-πλισ-θώμεν
ο-πλισ-θήτε
ο-πλισ-θώσι; ο-πλισ-θώσιν

Optative

ο-πλισ-θείην
ο-πλισ-θείης
ο-πλισ-θείη
ο-πλισ-θείμεν
ο-πλισ-θείτε
ο-πλισ-θείεν

Imperative

ο-πλίσ-θητι
ο-πλισ-θήτω
ο-πλίσ-θητε
ο-πλισ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

ο-πλισ-θήναι

Participle

ο-πλισ-θείς
ο-πλισ-θείσα
ο-πλισ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ω-πλί-σθαι

Participle

ω-πλισ-μένος
ω-πλισ-μένη
ω-πλισ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ω-πλίσ-μην
ώ-πλι-σο
ώ-πλισ-το
ω-πλίσ-μεθα
ώ-πλισ-θε
ω-πλισ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like οπλίζω

οπλίζω,