οξύνω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of οξύνω

Active: Present

Indicative

οξύνω
οξύν-εις
οξύν-ει
οξύν-ομεν
οξύν-ετε
οξύν-ουσιν

Conjunctive

οξύν-ω
οξύν-ης
οξύν-η
οξύν-ωμεν
οξύν-ητε
οξύν-ωσι; οξύν-ωσιν

Optative

οξύν-οιμι
οξύν-οις
οξύν-οι
οξύν-οιμεν
οξύν-οιτε
οξύν-οιεν

Imperative

όξυν-ε
οξυν-έτω
οξύν-ετε
οξυν-όντων


Active: Present

Infinitive

οξύν-ειν

Participle

οξύν-ων
οξύν-ουσα
οξύν-ον


Active: Indicative Past

ώ-ξυν-ον
ώ-ξυν-ες
ώ-ξυν-ε
ω-ξύν-ομεν
ω-ξύν-ετε
ώ-ξυν-ον


Active: Future

Indicative

οξυν-ώ
οξυν-είς
οξυν-εί
οξυν-ούμεν
οξυν-είτε
οξυν-ούσι; οξυν-ούσιν

Optative

οξυν-οίην
οξυν-οίης
οξυν-οίη
οξυν-οίμεν
οξυν-οίτε
οξυν-οίεν


Active: Future

Infinitive

οξυν-είν

Participle

οξυν-ών
οξυν-ούσα
οξυν-ούν


Active: Aorist

Past

ώ-ξυν-α
ώ-ξυν-ας
ώ-ξυν-ε; ώ-ξυν-εν
ω-ξύν-αμεν
ω-ξύν-ατε
ώ-ξυν-αν

Conjunctive

ο-ξύν-ω
ο-ξύν-ης
ο-ξύν-η
ο-ξύν-ωμεν
ο-ξύν-ητε
ο-ξύν-ωσι; ο-ξύν-ωσιν

Optative

ο-ξύν-αιμι
ο-ξύν-αις
ο-ξύν-αι
ο-ξύν-αιμεν
ο-ξύν-αιτε
ο-ξύν-αιεν

Imperative

ό-ξυν-ον
ο-ξυν-άτω
ο-ξύν-ατε
ο-ξυν-άντων


Active: Aorist

Infinitive

ό-ξυν-αι

Participle

ο-ξύν-ας
ο-ξύν-ασα
ο-ξύν-αν


Active: Perfect

Indicative

Conjunctive

Optative


Active: Perfect

Infinitive

Participle


Active: Indicative Pluperfect


Medium: Present

Indicative

οξύνομαι
οξύν-ει
οξύν-εται
οξυν-όμεθα
οξύν-εσθε
οξύν-ονται

Conjunctive

οξύν-ωμαι
οξύν-η
οξύν-ηται
οξυν-ώμεθα
οξύν-ησθε
οξύν-ωνται

Optative

οξυν-οίμην
οξύν-οιο
οξύν-οιτο
οξυν-οίμεθα
οξύν-οισθε
οξύν-οιντο

Imperative

οξύν-ου
οξυν-έσθω
οξύν-εσθε
οξυν-έσθων


Medium: Present

Infinitive

οξύν-εσθαι

Participle

οξυν-όμενος
οξυν-ομένη
οξυν-όμενον


Medium: Indicative Past

ω-ξυν-όμην
ω-ξύν-ου
ω-ξύν-ετο
ω-ξυν-όμεθα
ω-ξύν-εσθε
ω-ξύν-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

οξυν-οίμην
οξυν-οίο
οξυν-οίτο
οξυν-οίμεθα
οξυν-οίσθε
οξυν-οίντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

οξυν-ούμενος
οξυν-ουμένη
οξυν-ούμενον


Medium: Aorist

Indicative

ω-ξυν-άμην
ω-ξύν-ω
ω-ξύν-ατο
ω-ξυν-άμεθα
ω-ξύν-ασθε
ω-ξύν-αντο

Conjunctive

ο-ξύν-ωμαι
ο-ξύν-η
ο-ξύν-ηται
ο-ξυν-ώμεθα
ο-ξύν-ησθε
ο-ξύν-ωνται

Optative

ο-ξυν-αίμην
ο-ξύν-αιο
ο-ξύν-αιτο
ο-ξυν-αίμεθα
ο-ξύν-αισθε
ο-ξύν-αιντο

Imperative

ό-ξυν-αι
ο-ξυν-άσθω
ο-ξύν-ασθε
ο-ξυν-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ο-ξύν-ασθαι

Participle

ο-ξυν-άμενος
ο-ξυν-αμένη
ο-ξυν-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

ώ-ξύμ-μαι
ώ-ξύν-σαι
ώ-ξύν-ται
ω-ξύμ-μεθα
ώ-ξύν-θε
ω-ξύμ-μένοι εισί; ω-ξύμ-μένοι εισίν

Conjunctive

ω-ξυμ-μένος ώ
ω-ξυμ-μένη ής
ω-ξυμ-μένον ή
ω-ξυμ-μένοι ώμεν
ω-ξυμ-μέναι ήτε
ω-ξυμ-μένα ώσι; ω-ξυμ-μένα ώσιν

Optative

ω-ξυμ-μένος είην
ω-ξυμ-μένη είης
ω-ξυμ-μένον είη
ω-ξυμ-μένοι είμεν
ω-ξυμ-μέναι είτε
ω-ξυμ-μένα είεν

Imperative

ώ-ξυν-σο
ω-ξύφ-θω
ώ-ξυν-σθε
ω-ξύφ-θων


Medium: Perfect

Infinitive

ω-ξύφ-θαι

Participle

ω-ξυμ-μένος
ω-ξυμ-μένη
ω-ξυμ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ω-ξύμ-μην
ώ-ξυν-σο
ώ-ξυν-το
ω-ξύμ-μεθα
ώ-ξυν-θε
ω-ξυμ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

οξύνομαι
οξύν-ει
οξύν-εται
οξυν-όμεθα
οξύν-εσθε
οξύν-ονται

Conjunctive

οξύν-ωμαι
οξύν-η
οξύν-ηται
οξυν-ώμεθα
οξύν-ησθε
οξύν-ωνται

Optative

οξυν-οίμην
οξύν-οιο
οξύν-οιτο
οξυν-οίμεθα
οξύν-οισθε
οξύν-οιντο

Imperative

οξύν-ου
οξυν-έσθω
οξύν-εσθε
οξυν-έσθων


Passive: Present

Infinitive

οξύν-εσθαι

Participle

οξυν-όμενος
οξυν-ομένη
οξυν-όμενον


Passive: Indicative Past

ω-ξυν-όμην
ω-ξύν-ου
ω-ξύν-ετο
ω-ξυν-όμεθα
ω-ξύν-εσθε
ω-ξύν-οντο


Passive: Future

Indicative

Optative


Passive: Future

Infinitive

Participle


Passive: Aorist

Indicative

ω-ξύν-θην
ω-ξύν-θης
ω-ξύν-θη
ω-ξύν-θημεν
ω-ξύν-θητε
ω-ξύν-θησαν

Conjunctive

ο-ξυν-θώ
ο-ξυν-θής
ο-ξυν-θή
ο-ξυν-θώμεν
ο-ξυν-θήτε
ο-ξυν-θώσι; ο-ξυν-θώσιν

Optative

ο-ξυν-θείην
ο-ξυν-θείης
ο-ξυν-θείη
ο-ξυν-θείμεν
ο-ξυν-θείτε
ο-ξυν-θείεν

Imperative

ο-ξύν-θητι
ο-ξυν-θήτω
ο-ξύν-θητε
ο-ξυν-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

ο-ξυν-θήναι

Participle

ο-ξυν-θείς
ο-ξυν-θείσα
ο-ξυν-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ω-ξύφ-θαι

Participle

ω-ξυμ-μένος
ω-ξυμ-μένη
ω-ξυμ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ω-ξύμ-μην
ώ-ξυν-σο
ώ-ξυν-το
ω-ξύμ-μεθα
ώ-ξυν-θε
ω-ξυμ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like οξύνω

οξύνω,