κομίζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of κομίζω

Active: Present

Indicative

κομίζω
κομίζ-εις
κομίζ-ει
κομίζ-ομεν
κομίζ-ετε
κομίζ-ουσιν

Conjunctive

κομίζ-ω
κομίζ-ης
κομίζ-η
κομίζ-ωμεν
κομίζ-ητε
κομίζ-ωσι; κομίζ-ωσιν

Optative

κομίζ-οιμι
κομίζ-οις
κομίζ-οι
κομίζ-οιμεν
κομίζ-οιτε
κομίζ-οιεν

Imperative

κόμιζ-ε
κομιζ-έτω
κομίζ-ετε
κομιζ-όντων


Active: Present

Infinitive

κομίζ-ειν

Participle

κομίζ-ων
κομίζ-ουσα
κομίζ-ον


Active: Indicative Past

ε-κόμιζ-ον
ε-κόμιζ-ες
ε-κόμιζ-ε
ε-κομίζ-ομεν
ε-κομίζ-ετε
ε-κόμιζ-ον


Active: Future

Indicative

κομί-σω
κομί-σεις
κομί-σει
κομί-σομεν
κομί-σετε
κομί-σουσι; κομί-σουσιν

Optative

κομί-σοιμι
κομί-σοις
κομί-σοι
κομί-σοιμεν
κομί-σοιτε
κομί-σοιεν


Active: Future

Infinitive

κομί-σειν

Participle

κομί-σων
κομί-σουσα
κομί-σον


Active: Aorist

Past

ε-κόμισ-α
ε-κόμισ-ας
ε-κόμισ-ε; ε-κόμισ-εν
ε-κομίσ-αμεν
ε-κομίσ-ατε
ε-κόμισ-αν

Conjunctive

κομίσ-ω
κομίσ-ης
κομίσ-η
κομίσ-ωμεν
κομίσ-ητε
κομίσ-ωσι; κομίσ-ωσιν

Optative

κομίσ-αιμι
κομίσ-αις
κομίσ-αι
κομίσ-αιμεν
κομίσ-αιτε
κομίσ-αιεν

Imperative

κόμισ-ον
κομισ-άτω
κομίσ-ατε
κομισ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

κόμισ-αι

Participle

κομίσ-ας
κομίσ-ασα
κομίσ-αν


Active: Perfect

Indicative

κε-κόμι-κα
κε-κόμι-κας
κε-κόμι-κε; κε-κόμι-κεν
κε-κομί-καμεν
κε-κομί-κατε
κε-κομί-κασι; κε-κομί-κασιν

Conjunctive

κε-κομί-κω
κε-κομί-κης
κε-κομί-κη
κε-κομί-κωμεν
κε-κομί-κητε
κε-κομί-κωσι; κε-κομί-κωσιν

Optative

κε-κομί-κοιμι
κε-κομί-κοις
κε-κομί-κοι
κε-κομί-κοιμεν
κε-κομί-κοιτε
κε-κομί-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

κε-κομι-κέναι

Participle

κε-κομι-κώς
κε-κομι-κυία
κε-κομι-κός


Active: Indicative Pluperfect

ε-κεκομί-κειν
ε-κεκομί-κεις
ε-κεκομί-κει
ε-κεκομί-κειμεν
ε-κεκομί-κειτε
ε-κεκομί-κεισαν


Medium: Present

Indicative

κομίζομαι
κομίζ-ει
κομίζ-εται
κομιζ-όμεθα
κομίζ-εσθε
κομίζ-ονται

Conjunctive

κομίζ-ωμαι
κομίζ-η
κομίζ-ηται
κομιζ-ώμεθα
κομίζ-ησθε
κομίζ-ωνται

Optative

κομιζ-οίμην
κομίζ-οιο
κομίζ-οιτο
κομιζ-οίμεθα
κομίζ-οισθε
κομίζ-οιντο

Imperative

κομίζ-ου
κομιζ-έσθω
κομίζ-εσθε
κομιζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

κομίζ-εσθαι

Participle

κομιζ-όμενος
κομιζ-ομένη
κομιζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ε-κομιζ-όμην
ε-κομίζ-ου
ε-κομίζ-ετο
ε-κομιζ-όμεθα
ε-κομίζ-εσθε
ε-κομίζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

κομι-σοίμην
κομί-σοιο
κομί-σοιτο
κομι-σοίμεθα
κομί-σοισθε
κομί-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

κομι-σόμενος
κομι-σομένη
κομι-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ε-κομισ-άμην
ε-κομίσ-ω
ε-κομίσ-ατο
ε-κομισ-άμεθα
ε-κομίσ-ασθε
ε-κομίσ-αντο

Conjunctive

κομίσ-ωμαι
κομίσ-η
κομίσ-ηται
κομισ-ώμεθα
κομίσ-ησθε
κομίσ-ωνται

Optative

κομισ-αίμην
κομίσ-αιο
κομίσ-αιτο
κομισ-αίμεθα
κομίσ-αισθε
κομίσ-αιντο

Imperative

κόμισ-αι
κομισ-άσθω
κομίσ-ασθε
κομισ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

κομίσ-ασθαι

Participle

κομισ-άμενος
κομισ-αμένη
κομισ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

κε-κόμισ-μαι
κε-κόμι-σαι
κε-κόμισ-ται
κε-κομίσ-μεθα
κε-κόμι-σθε
κε-κομισ-μένοι εισί; κε-κομισ-μένοι εισίν

Conjunctive

κε-κομισ-μένος ώ
κε-κομισ-μένη ής
κε-κομισ-μένον ή
κε-κομισ-μένοι ώμεν
κε-κομισ-μέναι ήτε
κε-κομισ-μένα ώσι; κε-κομισ-μένα ώσιν

Optative

κε-κομισ-μένος είην
κε-κομισ-μένη είης
κε-κομισ-μένον είη
κε-κομισ-μένοι είμεν
κε-κομισ-μέναι είτε
κε-κομισ-μένα είεν

Imperative

κε-κόμι-σο
κε-κομί-σθω
κε-κόμι-σθε
κε-κομί-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

κε-κομί-σθαι

Participle

κε-κομισ-μένος
κε-κομισ-μένη
κε-κομισ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ε-κε-κομίσ-μην
ε-κε-κόμι-σο
ε-κε-κόμισ-το
ε-κε-κομίσ-μεθα
ε-κε-κόμισ-θε
κε-κομισ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

κομίζομαι
κομίζ-ει
κομίζ-εται
κομιζ-όμεθα
κομίζ-εσθε
κομίζ-ονται

Conjunctive

κομίζ-ωμαι
κομίζ-η
κομίζ-ηται
κομιζ-ώμεθα
κομίζ-ησθε
κομίζ-ωνται

Optative

κομιζ-οίμην
κομίζ-οιο
κομίζ-οιτο
κομιζ-οίμεθα
κομίζ-οισθε
κομίζ-οιντο

Imperative

κομίζ-ου
κομιζ-έσθω
κομίζ-εσθε
κομιζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

κομίζ-εσθαι

Participle

κομιζ-όμενος
κομιζ-ομένη
κομιζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ε-κομιζ-όμην
ε-κομίζ-ου
ε-κομίζ-ετο
ε-κομιζ-όμεθα
ε-κομίζ-εσθε
ε-κομίζ-οντο


Passive: Future

Indicative

κομισ-θήσομαι
κομισ-θήση
κομισ-θήσεται
κομισ-θησόμεθα
κομισ-θήσεσθε
κομισ-θήσονται

Optative

κομισ-θησοίμην
κομισ-θήσοιο
κομισ-θήσοιτο
κομισ-θησοίμεθα
κομισ-θήσοισθε
κομισ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

κομισ-θήσεσθαι

Participle

κομισ-θησόμενος
κομισ-θησομένη
κομισ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

ε-κομίσ-θην
ε-κομίσ-θης
ε-κομίσ-θη
ε-κομίσ-θημεν
ε-κομίσ-θητε
ε-κομίσ-θησαν

Conjunctive

κομισ-θώ
κομισ-θής
κομισ-θή
κομισ-θώμεν
κομισ-θήτε
κομισ-θώσι; κομισ-θώσιν

Optative

κομισ-θείην
κομισ-θείης
κομισ-θείη
κομισ-θείμεν
κομισ-θείτε
κομισ-θείεν

Imperative

κομίσ-θητι
κομισ-θήτω
κομίσ-θητε
κομισ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

κομισ-θήναι

Participle

κομισ-θείς
κομισ-θείσα
κομισ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

κε-κομί-σθαι

Participle

κε-κομισ-μένος
κε-κομισ-μένη
κε-κομισ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ε-κε-κομίσ-μην
ε-κε-κόμι-σο
ε-κε-κόμισ-το
ε-κε-κομίσ-μεθα
ε-κε-κόμισ-θε
κε-κομισ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like κομίζω

κομίζω,