εργάζομαι – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of εργάζομαι

Active: Present

Indicative

εργάζομαι
εργάζ-ει
εργάζ-εται
εργαζ-όμεθα
εργάζ-εσθε
εργάζ-ονται

Conjunctive

εργάζ-ωμαι
εργάζ-η
εργάζ-ηται
εργαζ-ώμεθα
εργάζ-ησθε
εργάζ-ωνται

Optative

εργαζ-οίμην
εργάζ-οιο
εργάζ-οιτο
εργαζ-οίμεθα
εργάζ-οισθε
εργάζ-οιντο

Imperative

εργάζ-ου
εργαζ-έσθω
εργάζ-εσθε
εργαζ-έσθων; εργαζ-έσθωσαν


Active: Present

Infinitive

εργάζ-εσθαι

Participle

εργαζ-όμενος
εργαζ-ομένη
εργαζ-όμενον


Active: Indicative Past

ει-ργαζ-όμην
ει-ργάζ-ου
ει-ργάζ-ετο
ει-ργαζ-όμεθα
ει-ργάζ-εσθε
ει-ργάζ-οντο


Active: Future

Indicative

Optative


Active: Future

Infinitive

Participle


Active: Aorist

Past

Conjunctive

Optative

Imperative


Active: Aorist

Infinitive

Participle


Active: Perfect

Indicative

Conjunctive

Optative


Active: Perfect

Infinitive

Participle


Active: Indicative Pluperfect


Medium: Present

Indicative

εργάζομαι
εργάζ-ει
εργάζ-εται
εργαζ-όμεθα
εργάζ-εσθε
εργάζ-ονται

Conjunctive

εργάζ-ωμαι
εργάζ-η
εργάζ-ηται
εργαζ-ώμεθα
εργάζ-ησθε
εργάζ-ωνται

Optative

εργαζ-οίμην
εργάζ-οιο
εργάζ-οιτο
εργαζ-οίμεθα
εργάζ-οισθε
εργάζ-οιντο

Imperative

εργάζ-ου
εργαζ-έσθω
εργάζ-εσθε
εργαζ-έσθων; εργαζ-έσθωσαν


Medium: Present

Infinitive

εργάζ-εσθαι

Participle

εργαζ-όμενος
εργαζ-ομένη
εργαζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ει-ργαζ-όμην
ει-ργάζ-ου
ει-ργάζ-ετο
ει-ργαζ-όμεθα
ει-ργάζ-εσθε
ει-ργάζ-οντο


Medium: Future

Indicative

εργάσ-ομαι
εργάσ-ει
εργάσ-εται
εργασ-όμεθα
εργάσ-εσθε
εργάσ-ονται

Optative


Medium: Future

Infinitive

εργάσ-εσθαι

Participle


Medium: Aorist

Indicative

ει-ργασά-μην
ει-ργάσ-ω
ει-ργάσ-ατο
ει-ργασά-μεθα
ει-ργάσ-ασθε
ει-ργάσ-αντο

Conjunctive

ε-ργάσ-ωμαι
ε-ργάσ-η
ε-ργάσ-ηται
ε-ργασ-ώμεθα
ε-ργάσ-ησθε
ε-ργάσ-ωνται

Optative

ε-ργασ-αίμην
ε-ργάσ-αιο
ε-ργάσ-αιτο
ε-ργασ-αίμεθα
ε-ργάσ-αισθε
ε-ργάσ-αιντο

Imperative

έ-ργασ-αι
ε-ργασ-άσθω
ε-ργάσ-ασθε
ε-ργασ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ε-ργάσ-ασθαι

Participle

ε-ργασ-άμενος
ε-ργασ-αμένη
ε-ργασ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

είργασ-μαι
είργα-σαι
είργασ-ται
ειργάσ-μεθα
είργα-σθε
ειργασ-μένοι εισί; ειργασ-μένοι εισίν

Conjunctive

ειργασ-μένος ώ
ειργασ-μένη ής
ειργασ-μένον ή
ειργασ-μένοι ώμεν
ειργασ-μέναι ήτε
ειργασ-μένα ώσι; ειργασ-μένα ώσιν

Optative

ειργασ-μένος είην
ειργασ-μένη είης
ειργασ-μένον είη
ειργασ-μένοι είμεν
ειργασ-μέναι είτε
ειργασ-μένα είεν

Imperative

είργα-σο
ειργά-σθω
είργα-σθε
ειργά-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ειργά-σθαι

Participle

ειργασ-μένος
ειργασ-μένη
ειργασ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ειργάσ-μην
είργα-σο
είργασ-το
ειργάσ-μεθα
είργασ-θε
ειργασ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

εργάζομαι
εργάζ-ει
εργάζ-εται
εργαζ-όμεθα
εργάζ-εσθε
εργάζ-ονται

Conjunctive

εργάζ-ωμαι
εργάζ-η
εργάζ-ηται
εργαζ-ώμεθα
εργάζ-ησθε
εργάζ-ωνται

Optative

εργαζ-οίμην
εργάζ-οιο
εργάζ-οιτο
εργαζ-οίμεθα
εργάζ-οισθε
εργάζ-οιντο

Imperative

εργάζ-ου
εργαζ-έσθω
εργάζ-εσθε
εργαζ-έσθων; εργαζ-έσθωσαν


Passive: Present

Infinitive

εργάζ-εσθαι

Participle

εργαζ-όμενος
εργαζ-ομένη
εργαζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ει-ργαζ-όμην
ει-ργάζ-ου
ει-ργάζ-ετο
ει-ργαζ-όμεθα
ει-ργάζ-εσθε
ει-ργάζ-οντο


Passive: Future

Indicative

εργασ-θήσομαι
εργασ-θήση
εργασ-θήσεται
εργασ-θησόμεθα
εργασ-θήσεσθε
εργασ-θήσονται

Optative

εργασ-θησοίμην
εργασ-θήσοιο
εργασ-θήσοιτο
εργασ-θησοίμεθα
εργασ-θήσοισθε
εργασ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

εργασ-θήσεσθαι

Participle

εργασ-θησόμενος
εργασ-θησομένη
εργασ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

ει-ργάσ-θην
ει-ργάσ-θης
ει-ργάσ-θη
ει-ργάσ-θημεν
ει-ργάσ-θητε
ει-ργάσ-θησαν

Conjunctive

εργασ-θώ
εργασ-θής
εργασ-θή
εργασ-θώμεν
εργασ-θήτε
εργασ-θώσι; εργασ-θώσιν

Optative

εργασ-θείην
εργασ-θείης
εργασ-θείη
εργασ-θείμεν
εργασ-θείτε
εργασ-θείεν

Imperative

εργάσ-θητι
εργασ-θήτω
εργάσ-θητε
εργασ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

εργασ-θήναι

Participle

εργασ-θείς
εργασ-θείσα
εργασ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ειργά-σθαι

Participle

ειργασ-μένος
ειργασ-μένη
ειργασ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ειργάσ-μην
είργα-σο
είργασ-το
ειργάσ-μεθα
είργασ-θε
ειργασ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like εργάζομαι

εργάζομαι,