εικάζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of εικάζω

Active: Present

Indicative

εικάζω
εικάζ-εις
εικάζ-ει
εικάζ-ομεν
εικάζ-ετε
εικάζ-ουσιν

Conjunctive

εικάζ-ω
εικάζ-ης
εικάζ-η
εικάζ-ωμεν
εικάζ-ητε
εικάζ-ωσι; εικάζ-ωσιν

Optative

εικάζ-οιμι
εικάζ-οις
εικάζ-οι
εικάζ-οιμεν
εικάζ-οιτε
εικάζ-οιεν

Imperative

είκαζ-ε
εικαζ-έτω
εικάζ-ετε
εικαζ-όντων


Active: Present

Infinitive

εικάζ-ειν

Participle

εικάζ-ων
εικάζ-ουσα
εικάζ-ον


Active: Indicative Past

εί-καζ-ον
εί-καζ-ες
εί-καζ-ε
ει-κάζ-ομεν
ει-κάζ-ετε
εί-καζ-ον


Active: Future

Indicative

εικά-σω
εικά-σεις
εικά-σει
εικά-σομεν
εικά-σετε
εικά-σουσι; εικά-σουσιν

Optative

εικά-σοιμι
εικά-σοις
εικά-σοι
εικά-σοιμεν
εικά-σοιτε
εικά-σοιεν


Active: Future

Infinitive

εικά-σειν

Participle

εικά-σων
εικά-σουσα
εικά-σον


Active: Aorist

Past

εί-κασ-α
εί-κασ-ας
εί-κασ-ε; εί-κασ-εν
ει-κάσ-αμεν
ει-κάσ-ατε
εί-κασ-αν

Conjunctive

ει-κάσ-ω
ει-κάσ-ης
ει-κάσ-η
ει-κάσ-ωμεν
ει-κάσ-ητε
ει-κάσ-ωσι; ει-κάσ-ωσιν

Optative

ει-κάσ-αιμι
ει-κάσ-αις
ει-κάσ-αι
ει-κάσ-αιμεν
ει-κάσ-αιτε
ει-κάσ-αιεν

Imperative

εί-κασ-ον
ει-κασ-άτω
ει-κάσ-ατε
ει-κασ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

εί-κασ-αι

Participle

ει-κάσ-ας
ει-κάσ-ασα
ει-κάσ-αν


Active: Perfect

Indicative

εί-κα-κα
εί-κα-κας
εί-κα-κε; εί-κα-κεν
ει-κά-καμεν
ει-κά-κατε
ει-κά-κασι; ει-κά-κασιν

Conjunctive

ει-κά-κω
ει-κά-κης
ει-κά-κη
ει-κά-κωμεν
ει-κά-κητε
ει-κά-κωσι; ει-κά-κωσιν

Optative

ει-κά-κοιμι
ει-κά-κοις
ει-κά-κοι
ει-κά-κοιμεν
ει-κά-κοιτε
ει-κά-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

ει-κα-κέναι

Participle

ει-κα-κώς
ει-κα-κυία
ει-κα-κός


Active: Indicative Pluperfect

ει-κά-κειν
ει-κά-κεις
ει-κά-κει
ει-κά-κειμεν
ει-κά-κειτε
ει-κά-κεισαν


Medium: Present

Indicative

εικάζομαι
εικάζ-ει
εικάζ-εται
εικαζ-όμεθα
εικάζ-εσθε
εικάζ-ονται

Conjunctive

εικάζ-ωμαι
εικάζ-η
εικάζ-ηται
εικαζ-ώμεθα
εικάζ-ησθε
εικάζ-ωνται

Optative

εικαζ-οίμην
εικάζ-οιο
εικάζ-οιτο
εικαζ-οίμεθα
εικάζ-οισθε
εικάζ-οιντο

Imperative

εικάζ-ου
εικαζ-έσθω
εικάζ-εσθε
εικαζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

εικάζ-εσθαι

Participle

εικαζ-όμενος
εικαζ-ομένη
εικαζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ει-καζ-όμην
ει-κάζ-ου
ει-κάζ-ετο
ει-καζ-όμεθα
ει-κάζ-εσθε
ει-κάζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

εικα-σοίμην
εικά-σοιο
εικά-σοιτο
εικα-σοίμεθα
εικά-σοισθε
εικά-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

εικα-σόμενος
εικα-σομένη
εικα-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ει-κα-σάμην
ει-κά-σω
ει-κά-σατο
ει-κα-σάμεθα
ει-κά-σασθε
ει-κά-σαντο

Conjunctive

ει-κάσ-ωμαι
ει-κάσ-η
ει-κάσ-ηται
ει-κασ-ώμεθα
ει-κάσ-ησθε
ει-κάσ-ωνται

Optative

ει-κασ-αίμην
ει-κάσ-αιο
ει-κάσ-αιτο
ει-κασ-αίμεθα
ει-κάσ-αισθε
ει-κάσ-αιντο

Imperative

εί-κασ-αι
ει-κασ-άσθω
ει-κάσ-ασθε
ει-κασ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ει-κάσ-ασθαι

Participle

ει-κασ-άμενος
ει-κασ-αμένη
ει-κασ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

εί-κασ-μαι
εί-κα-σαι
εί-κασ-ται
ει-κάσ-μεθα
εί-κα-σθε
ει-κασ-μένοι εισί; ει-κασ-μένοι εισίν

Conjunctive

ει-κασ-μένος ώ
ει-κασ-μένη ής
ει-κασ-μένον ή
ει-κασ-μένοι ώμεν
ει-κασ-μέναι ήτε
ει-κασ-μένα ώσι; ει-κασ-μένα ώσιν

Optative

ει-κασ-μένος είην
ει-κασ-μένη είης
ει-κασ-μένον είη
ει-κασ-μένοι είμεν
ει-κασ-μέναι είτε
ει-κασ-μένα είεν

Imperative

εί-κα-σο
ει-κά-σθω
εί-κα-σθε
ει-κά-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ει-κά-σθαι

Participle

ει-κασ-μένος
ει-κασ-μένη
ει-κασ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ει-κάσ-μην
εί-κα-σο
εί-κασ-το
ει-κάσ-μεθα
εί-κασ-θε
ει-κασ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

εικάζομαι
εικάζ-ει
εικάζ-εται
εικαζ-όμεθα
εικάζ-εσθε
εικάζ-ονται

Conjunctive

εικάζ-ωμαι
εικάζ-η
εικάζ-ηται
εικαζ-ώμεθα
εικάζ-ησθε
εικάζ-ωνται

Optative

εικαζ-οίμην
εικάζ-οιο
εικάζ-οιτο
εικαζ-οίμεθα
εικάζ-οισθε
εικάζ-οιντο

Imperative

εικάζ-ου
εικαζ-έσθω
εικάζ-εσθε
εικαζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

εικάζ-εσθαι

Participle

εικαζ-όμενος
εικαζ-ομένη
εικαζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ει-καζ-όμην
ει-κάζ-ου
ει-κάζ-ετο
ει-καζ-όμεθα
ει-κάζ-εσθε
ει-κάζ-οντο


Passive: Future

Indicative

εικασ-θήσομαι
εικασ-θήση
εικασ-θήσεται
εικασ-θησόμεθα
εικασ-θήσεσθε
εικασ-θήσονται

Optative

εικασ-θησοίμην
εικασ-θήσοιο
εικασ-θήσοιτο
εικασ-θησοίμεθα
εικασ-θήσοισθε
εικασ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

εικασ-θήσεσθαι

Participle

εικασ-θησόμενος
εικασ-θησομένη
εικασ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

εί-κάσ-θην
εί-κάσ-θης
εί-κάσ-θη
εί-κάσ-θημεν
εί-κάσ-θητε
εί-κάσ-θησαν

Conjunctive

εικασ-θώ
εικασ-θής
εικασ-θή
εικασ-θώμεν
εικασ-θήτε
εικασ-θώσι; εικασ-θώσιν

Optative

εικασ-θείην
εικασ-θείης
εικασ-θείη
εικασ-θείμεν
εικασ-θείτε
εικασ-θείεν

Imperative

εικάσ-θητι
εικασ-θήτω
εικάσ-θητε
εικασ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

εικασ-θήναι

Participle

εικασ-θείς
εικασ-θείσα
εικασ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ει-κά-σθαι

Participle

ει-κασ-μένος
ει-κασ-μένη
ει-κασ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ει-κάσ-μην
εί-κα-σο
εί-κασ-το
ει-κάσ-μεθα
εί-κασ-θε
ει-κασ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like εικάζω

εικάζω,