γνωρίζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of γνωρίζω

Active: Present

Indicative

γνωρίζω
γνωρίζ-εις
γνωρίζ-ει
γνωρίζ-ομεν
γνωρίζ-ετε
γνωρίζ-ουσιν

Conjunctive

γνωρίζ-ω
γνωρίζ-ης
γνωρίζ-η
γνωρίζ-ωμεν
γνωρίζ-ητε
γνωρίζ-ωσι; γνωρίζ-ωσιν

Optative

γνωρίζ-οιμι
γνωρίζ-οις
γνωρίζ-οι
γνωρίζ-οιμεν
γνωρίζ-οιτε
γνωρίζ-οιεν

Imperative

γνώριζ-ε
γνωριζ-έτω
γνωρίζ-ετε
γνωριζ-όντων


Active: Present

Infinitive

γνωρίζ-ειν

Participle

γνωρίζ-ων
γνωρίζ-ουσα
γνωρίζ-ον


Active: Indicative Past

ε-γνώριζ-ον
ε-γνώριζ-ες
ε-γνώριζ-ε
ε-γνωρίζ-ομεν
ε-γνωρίζ-ετε
ε-γνώριζ-ον


Active: Future

Indicative

γνωρί-σω
γνωρί-σεις
γνωρί-σει
γνωρί-σομεν
γνωρί-σετε
γνωρί-σουσι; γνωρί-σουσιν

Optative

γνωρί-σοιμι
γνωρί-σοις
γνωρί-σοι
γνωρί-σοιμεν
γνωρί-σοιτε
γνωρί-σοιεν


Active: Future

Infinitive

γνωρί-σειν

Participle

γνωρί-σων
γνωρί-σουσα
γνωρί-σον


Active: Aorist

Past

ε-γνώρισ-α
ε-γνώρισ-ας
ε-γνώρισ-ε; ε-γνώρισ-εν
ε-γνωρίσ-αμεν
ε-γνωρίσ-ατε
ε-γνώρισ-αν

Conjunctive

γνωρίσ-ω
γνωρίσ-ης
γνωρίσ-η
γνωρίσ-ωμεν
γνωρίσ-ητε
γνωρίσ-ωσι; γνωρίσ-ωσιν

Optative

γνωρίσ-αιμι
γνωρίσ-αις
γνωρίσ-αι
γνωρίσ-αιμεν
γνωρίσ-αιτε
γνωρίσ-αιεν

Imperative

γνώρισ-ον
γνωρισ-άτω
γνωρίσ-ατε
γνωρισ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

γνώρισ-αι

Participle

γνωρίσ-ας
γνωρίσ-ασα
γνωρίσ-αν


Active: Perfect

Indicative

ε-γνώρι-κα
ε-γνώρι-κας
ε-γνώρι-κε; ε-γνώρι-κεν
ε-γνωρί-καμεν
ε-γνωρί-κατε
ε-γνωρί-κασι; ε-γνωρί-κασιν

Conjunctive

ε-γνωρί-κω
ε-γνωρί-κης
ε-γνωρί-κη
ε-γνωρί-κωμεν
ε-γνωρί-κητε
ε-γνωρί-κωσι; ε-γνωρί-κωσιν

Optative

ε-γνωρί-κοιμι
ε-γνωρί-κοις
ε-γνωρί-κοι
ε-γνωρί-κοιμεν
ε-γνωρί-κοιτε
ε-γνωρί-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

ε-γνωρι-κέναι

Participle

ε-γνωρι-κώς
ε-γνωρι-κυία
ε-γνωρι-κός


Active: Indicative Pluperfect

ε-γνωρί-κειν
ε-γνωρί-κεις
ε-γνωρί-κει
ε-γνωρί-κειμεν
ε-γνωρί-κειτε
ε-γνωρί-κεισαν


Medium: Present

Indicative

γνωρίζομαι
γνωρίζ-ει
γνωρίζ-εται
γνωριζ-όμεθα
γνωρίζ-εσθε
γνωρίζ-ονται

Conjunctive

γνωρίζ-ωμαι
γνωρίζ-η
γνωρίζ-ηται
γνωριζ-ώμεθα
γνωρίζ-ησθε
γνωρίζ-ωνται

Optative

γνωριζ-οίμην
γνωρίζ-οιο
γνωρίζ-οιτο
γνωριζ-οίμεθα
γνωρίζ-οισθε
γνωρίζ-οιντο

Imperative

γνωρίζ-ου
γνωριζ-έσθω
γνωρίζ-εσθε
γνωριζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

γνωρίζ-εσθαι

Participle

γνωριζ-όμενος
γνωριζ-ομένη
γνωριζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ε-γνωριζ-όμην
ε-γνωρίζ-ου
ε-γνωρίζ-ετο
ε-γνωριζ-όμεθα
ε-γνωρίζ-εσθε
ε-γνωρίζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

γνωρι-σοίμην
γνωρί-σοιο
γνωρί-σοιτο
γνωρι-σοίμεθα
γνωρί-σοισθε
γνωρί-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

γνωρι-σόμενος
γνωρι-σομένη
γνωρι-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ε-γνωρι-σάμην
ε-γνωρί-σω
ε-γνωρί-σατο
ε-γνωρι-σάμεθα
ε-γνωρί-σασθε
ε-γνωρί-σαντο

Conjunctive

γνωρίσ-ωμαι
γνωρίσ-η
γνωρίσ-ηται
γνωρισ-ώμεθα
γνωρίσ-ησθε
γνωρίσ-ωνται

Optative

γνωρισ-αίμην
γνωρίσ-αιο
γνωρίσ-αιτο
γνωρισ-αίμεθα
γνωρίσ-αισθε
γνωρίσ-αιντο

Imperative

γνώρισ-αι
γνωρισ-άσθω
γνωρίσ-ασθε
γνωρισ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

γνωρίσ-ασθαι

Participle

γνωρισ-άμενος
γνωρισ-αμένη
γνωρισ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

ε-γνώρισ-μαι
ε-γνώρι-σαι
ε-γνώρισ-ται
ε-γνωρίσ-μεθα
ε-γνώρι-σθε
ε-γνωρισ-μένοι εισί; ε-γνωρισ-μένοι εισίν

Conjunctive

ε-γνωρισ-μένος ώ
ε-γνωρισ-μένη ής
ε-γνωρισ-μένον ή
ε-γνωρισ-μένοι ώμεν
ε-γνωρισ-μέναι ήτε
ε-γνωρισ-μένα ώσι; ε-γνωρισ-μένα ώσιν

Optative

ε-γνωρισ-μένος είην
ε-γνωρισ-μένη είης
ε-γνωρισ-μένον είη
ε-γνωρισ-μένοι είμεν
ε-γνωρισ-μέναι είτε
ε-γνωρισ-μένα είεν

Imperative

ε-γνώρι-σο
ε-γνωρί-σθω
ε-γνώρι-σθε
ε-γνωρί-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ε-γνωρί-σθαι

Participle

ε-γνωρισ-μένος
ε-γνωρισ-μένη
ε-γνωρισ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ε-γνωρίσ-μην
ε-γνώρι-σο
ε-γνώρισ-το
ε-γνωρίσ-μεθα
ε-γνώρισ-θε
ε-γνωρισ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

γνωρίζομαι
γνωρίζ-ει
γνωρίζ-εται
γνωριζ-όμεθα
γνωρίζ-εσθε
γνωρίζ-ονται

Conjunctive

γνωρίζ-ωμαι
γνωρίζ-η
γνωρίζ-ηται
γνωριζ-ώμεθα
γνωρίζ-ησθε
γνωρίζ-ωνται

Optative

γνωριζ-οίμην
γνωρίζ-οιο
γνωρίζ-οιτο
γνωριζ-οίμεθα
γνωρίζ-οισθε
γνωρίζ-οιντο

Imperative

γνωρίζ-ου
γνωριζ-έσθω
γνωρίζ-εσθε
γνωριζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

γνωρίζ-εσθαι

Participle

γνωριζ-όμενος
γνωριζ-ομένη
γνωριζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ε-γνωριζ-όμην
ε-γνωρίζ-ου
ε-γνωρίζ-ετο
ε-γνωριζ-όμεθα
ε-γνωρίζ-εσθε
ε-γνωρίζ-οντο


Passive: Future

Indicative

Optative


Passive: Future

Infinitive

Participle


Passive: Aorist

Indicative

ε-γνωρίσ-θην
ε-γνωρίσ-θης
ε-γνωρίσ-θη
ε-γνωρίσ-θημεν
ε-γνωρίσ-θητε
ε-γνωρίσ-θησαν

Conjunctive

γνωρισ-θώ
γνωρισ-θής
γνωρισ-θή
γνωρισ-θώμεν
γνωρισ-θήτε
γνωρισ-θώσι; γνωρισ-θώσιν

Optative

γνωρισ-θείην
γνωρισ-θείης
γνωρισ-θείη
γνωρισ-θείμεν
γνωρισ-θείτε
γνωρισ-θείεν

Imperative

γνωρίσ-θητι
γνωρισ-θήτω
γνωρίσ-θητε
γνωρισ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

γνωρισ-θήναι

Participle

γνωρισ-θείς
γνωρισ-θείσα
γνωρισ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ε-γνωρί-σθαι

Participle

ε-γνωρισ-μένος
ε-γνωρισ-μένη
ε-γνωρισ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ε-γνωρίσ-μην
ε-γνώρι-σο
ε-γνώρισ-το
ε-γνωρίσ-μεθα
ε-γνώρισ-θε
ε-γνωρισ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like γνωρίζω

γνωρίζω,