Ancient Greek Verb Conjugator

Ancient Greek is the form of Greek used during the periods of time spanning c. the 9th – 6th century BC (known as Archaic), c. the 5th – 4th century BC (Classical), and c. the 3rd century BC – 6th century AD (Hellenistic) in ancient Greece and the ancient world.

Conjugate an Ancient Greek verb:

Fill in the infinitive. Don't use any capital letters!

Sample Verbs

aρaρίsκω, άγαμαι, αγγέλλω, άγνυμι, άγω, αγωνίζομαι, άδω, αιδέομαι, αινέω, αιρέω, αισθάνομαι, αισχύνω, αιτέω, ακέομαι, ακροάομαι, αλίσκομαι, αλλάσσω, αμαρτάνω, αμείβω, αμύνω, αναλίσκω, απεχθάνομαι, αραρίσκω, αρέσκω, αρκέω, αρμόζω, αρπάζω, αρύτω, άρχω, άχθομαι, βαδίζω, βαίνω, βάλλω, βιάζω, βιβάζω, βιβρώσκω, βιόω, βλάπτω, βλαστάνω, βλέπω, βόσκω, γαμέω, γηθέω, γηράσκω, γίγνομαι, γλύφω, γνωρίζω, γράφω, γυμνάζω, δαρθάνω, δείκνυμι, δέω, δηλόω, διδάσκω, δίδημι, δίδωμι, δικάζω, διψάω, διώκω, δοκέω, δράω, δύναμαι, εάω, εγείρω, εθίζω, εικάζω, είμι, ειμί, είργω, είρομαι, ελέγχω, ελίσσω, έλκω, ελπίζω, επείγω, επίσταμαι, έραμαι, εργάζομαι, ερείδω, ερείπω, ερίζω, έρχομαι, εύχομαι, έχω, ζάω, ζεύγνυμι, ζέω, ζώννυμι, ηγέομαι, ήδω, ήκω, ησσάομαι, θάλλω, θάπτω, θαυμάζω, θέω, θύω, ίημι, ίστημι, καθίζω, καλέω, κίχρημι, κλάω, κνάω, κοιμάω, κολάζω, κολούω, κομίζω, κορέννυμι, κράζω, κρέμαμαι, κρεμάννυμι, κρίνω, κρύπτω, κτίζω, κυλίνδω, κύπτω, λάμπω, λείπω, λέχομαι, λίσσομαι, λογίζομαι, λυμαίνομαι, λύω, μαίνομαι, μάχομαι, μείγνυμι, μείρομαι, νέω, νομίζω, ξέω, όζω, οίγνυμι, οιμώζω, οίχομαι, όλλυμι, όμνυμι, ονειδίζω, ονίνημι, ονομάζω, οξύνω, οπλίζω, οράω, οργίζω, ορέγω, ορίζω, οσφραίνομαι, παιδεύω, πάσσω, πατάσσω, παύω, πείθω, πεινάω, πειράω, πελάζω, πέσσω, πετάννυμι, πέτομαι, πήγνυμι, πίμπλημι, πίμπρημι, πλάσσω, πλέω, πλήσσω, πνέω, ποιέω, πράσσω, πραύνω, πρέπω, πρίαμαι, πταίω, πτύσσω, πτύω, πυνθάνομαι, ράπτω, ρέω, ρήγνυμι, ρίπτω, ρώννυμι, σάσσω, σβέννυμι, σκεδάννυμι, σκήπτω, σμάω, σπάω, σπένδω, σπεύδω, σπουδάζω, στέλλω, στέφω, στίζω, στρώννυμι, σύρω, σφάζω, σχίζω, ταράσσω, τελέω, τίθημι, τιμάω, φείδομαι, φεύγω, φημί, φθέγγομαι, φιλέω, φράζω, φράσσω, φρίσσω, φυλάσσω, φύω, χαλαιπαίνω, χαλάω, χέω, χρώννυμι, ψάω, ψέγω, ψεύδω, ωθέω, ωνέομαι, ωφελέω.

Where do they speak Greek?

Literature sources